Μ. Δαφέρμος[1]

Επιστήμη και δημιουργικότητα:  μια απόπειρα ψυχολογικής ανάλυσης  

Περίληψη

Η Ψυχολογίας της επιστήμης είναι ένας σχετικά νέος κλάδος που αναπτύσσεται στο μεταίχμιο Ψυχολογίας και Επιστημολογίας. Στο άρθρο επιχειρείται η ψυχολογική ανάλυση της δημιουργικότητας στην σφαίρα της επιστήμη στη βάση της μεθοδολογίας της Λογικής της Ιστορίας. Έτσι, η κατανόηση της επίδρασης της προσωπικότητας του επιστήμονα στον χαρακτήρα και την κατεύθυνση της επιστημονική του δραστηριότητας εξετάζεται σε σχέση με μια  γενικότερη ανάλυση της  δομής της ανθρώπινης κοινωνίας.

Επίπεδα διερεύνησης του προβλήματος της δημιουργικότητας

Ένας από τους αναπτυσσόμενους κλάδους της σύγχρονης επιστημολογίας είναι η Ψυχολογία της επιστήμης (ορισμένες φορές γίνεται λόγος περί «Ανθρωπολογίας» της επιστήμης) (Kitchener,  1996), (Gorman, 1996), (Allaxverdian & Moshova & Jourevish & Jaroshevski, 1998). Η διερεύνηση του βαθμού επίδρασης της προσωπικότητας του επιστήμονα στην ερευνητική του δραστηριότητα και γενικότερα στην πορεία ανάπτυξης της επιστήμης αποτελεί ένα ανοικτό ζήτημα που θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της γρήγορης επιστημονικής – τεχνικής προόδου και της κινητοποίησης ενός αυξανόμενου αριθμού εργαζομένων στη σφαίρα της παραγωγής και εφαρμογής της επιστημονικής γνώσης.

Η παρουσίαση της ανάπτυξης της επιστήμης ως δημιουργήματος της ατομικής μεγαλοφυΐας κάποιων μεγάλων επιστημόνων οδηγεί αναπόφευκτα στην υποκειμενοποίηση της επιστημονικής δημιουργικότητας, στην αυθαίρετη ερμηνεία της ως αποτελέσματος κάποιων υπερφυσικών πνευματικών ικανοτήτων μιας μικρής, προικισμένης εκ φύσεως  ελίτ διανοητών. Εξίσου μονόπλευρη είναι, επίσης, η θετικιστική θεώρηση της επιστήμης ως αποκυήματος κάποιων αποπροσωποποιημένων, απουποκειμενοποιημένων, καθαρά λογικών (ή γνωσιολογικών) διαδικασιών. Σ’ αυτή την περίπτωση ο επιστήμονας μετατρέπεται σε γρανάζι ενός τεράστιου αυτορυθμιζόμενου μηχανισμού που λειτουργεί στη βάση των νόμων της τυπικής λογικής και δεν μπορεί να ασκήσει καμιά ουσιαστική επίδραση, πέραν της τυφλής συμμόρφωσής του στις «οδηγίες χρήσης» αυτού του μηχανισμού.

Κατά την άποψή μας, η  κατανόηση της συμβολής του επιμέρους ερευνητή στην ανάπτυξη της επιστήμης προϋποθέτει τη διερεύνηση της διαλεκτικής συνάφειας: α)του συγκεκριμένου επιπέδου κοινωνικο-ιστορικής ανάπτυξης, β)της συγκεκριμένης γνωσιακής συγκυρίας (ανάπτυξης της επιστήμης), γ)του τύπου προσωπικότητας του εν λόγω  ερευνητή και της λογικής ανάπτυξης της ερευνητικής του δραστηριότητας. Έτσι, η ανάλυση της Ψυχολογίας της δημιουργικότητας υπερβαίνει τα όρια της ατομικής Ψυχολογίας και μετατρέπεται σε διερεύνηση της θέσης και του ρόλου της επιστημονικής δραστηριότητας στην εσωτερική διάρθρωση  της κοινωνίας συνολικά σε μια  συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.  

Η δημιουργικότητα είναι η πρωτότυπη, μετασχηματιστική  δραστηριότητα του υποκειμένου (του ατόμου, της ομάδας, της κοινωνίας) στα πλαίσια μιας αναπτυξιακής διαδικασίας (Πατέλης, 1995). Η δημιουργική δραστηριότητα εμπεριέχει ως απαραίτητη πτυχή της την ύπαρξη  υποκειμένων με συγκεκριμένο ψυχολογικό προφίλ που πραγματοποιούν την εν λόγω δραστηριότητα. Τέλος, η δημιουργική δραστηριότητα εκφράζεται μέσω των ίδιων των αντικειμενικοποιημένων μορφών και αποτελεσμάτων της, των έργων, των νεωτερισμών, κλπ. Έτσι, η δημιουργικότητα αποτελεί έκφραση μιας  συγκεκριμένης ιστορικής μορφής αλληλεπίδρασης  υποκειμένου και αντικειμένου, όπως επίσης της αλληλεπίδρασης  των κοινωνικών υποκειμένων που συμβάλλει  με το βέλτιστο δυνατό τρόπο στο ξεδίπλωμα μιας  αναπτυξιακής διαδικασίας. 

Η δημιουργικότητα προϋποθέτει την υπέρβαση του μινιμαλιστικού εφησυχασμού στα κεκτημένα και την  διαρκή αναζήτηση στρατηγικής και τακτικής υπέρβασης των ορίων του εγνωσμένου, του κοινότυπου και του κοινώς αποδεκτού. Όμως, δημιουργικότητα δεν έχει σχέση με την «απόλυτη άρνηση», τον σνομπισμό και την πλήρη απόρριψη των πολιτισμικών  παραδόσεων, αλλά εδράζεται στην διαλεκτική άρση, στον ριζικό μετασχηματισμό του κεκτημένου που εμπεριέχει ως αναγκαία στιγμή τη διατήρηση στοιχείων από τις προηγούμενες βαθμίδες  ανάπτυξης της επιστήμης.

Στη βάση της λογικο-ιστορικής μεθοδολογίας του Β.Βαζιούλιν (Βαζιούλιν, 1985) θα μπορούσαμε να αναλύσουμε το πρόβλημα της δημιουργικότητας σε 4 βασικά επίπεδα: α) τη διαμόρφωση των βιολογικών προϋποθέσεων της δημιουργικότητας κατά την αλληλεπίδραση των ανθρώπων ως έμβιων όντων με τη φύση.  β)τη δημιουργικότητα ως μορφή εργασιακής δραστηριότητας που συνδέεται  με τον  μετασχηματισμό των μορφών παραγωγικής επενέργειας της κοινωνίας στις φυσικές διαδικασίες και την ριζική αλλαγή των μορφών αλληλεπίδρασης των ίδιων των υποκειμένων της εργασιακής διαδικασίας.  γ)τη δημιουργικότητα ως ανάπτυξη  των μορφών κοινωνικής συνείδησης, κοινωνικής αναπαράστασης των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων ως υποκειμένων (πχ. επιστήμης, της φιλοσοφίας, της τέχνης). Στο ίδιο επίπεδο η προσωπικότητα παρουσιάζεται ως ενότητα κοινωνικού και βιολογικού.  δ)τη δημιουργικότητα ως πολυεπίπεδη, διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων ως προσωπικοτήτων. Έτσι, η δημιουργικότητα παρουσιάζεται ως αυτοπραγμάτωση της προσωπικότητας στο επίπεδο της καθημερινότητας μέσω της πολύμορφης αλληλεπίδρασής  της με τις  άλλες προσωπικότητες. 

 

Η αλληλεπίδραση του ανθρώπινου οργανισμού  με την φύση και οι βιολογικές   προϋποθέσεις της δημιουργικότητας

Σε αντιδιαστολή με την ιδεαλιστική αντίληψη ότι η δημιουργικότητα  αποτελεί, ανεξάρτητη από οποιοσδήποτε  εξωτερικούς παράγοντες, αυθύπαρκτη πνευματική δραστηριότητα του υποκειμένου, εμείς  θεωρούμε ότι οι καταβολές της δημιουργικότητας θα πρέπει να αναζητηθούν στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και φύσης (του «ανόργανου σώματος του ανθρώπου», κατά την έκφραση του Κ.Μαρξ).

Ο άνθρωπος αποτελεί  έμβιο ον, βιολογικό οργανισμό που βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση με την υπόλοιπη φύση και με τ’ άλλα άτομα του είδους προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Ο οργανισμός του ανθρώπου έχει μια συγκεκριμένη δομή από την οποία εξαρτάται η διάρθρωση των βιολογικών αναγκών του.  «Η ανάγκη έγινε καθ’ ολοκληρία σε όλα δάσκαλος των ανθρώπων, είχε το προβάδισμα στη μάθηση κάθε οργανισμού με καλή φύση και είχε για όλα ως βοηθό τα χέρια, τη λογική και την ετοιμότητα της ψυχής» [Δημόκριτος, Διόδωρος I 8.7 (DK 68 B III-VI.5)].

Σύμφωνα με τον γνωστό μύθο ο Επιμηθέας χάρισε στα ζώα όλα τα χαρίσματα (δύναμη, τρέξιμο, πέταγμα, τρίχωμα) και για τον άνθρωπο δεν άφησε τίποτα. Ακριβώς αυτή η αρχική φυσική «αδυναμία» του ανθρώπου σε σχέση με τα υπόλοιπα ζώα αποτελεί μια από τις βαθύτερες αιτίες των εν δυνάμει δυνατοτήτων του, διότι ήταν αναγκασμένος να αναπτύξει εναλλακτικές στρατηγικές επιβίωσης και ικανοποίησης των βιολογικών αναγκών του σ’ ένα δυσμενές και  συχνά απειλητικό φυσικό περιβάλλον. Μ’ άλλα λόγια, αυτό το αρχικό «αμέλημα» του Επιμηθέα  που εκφράστηκε στην άνιση κατανομή φυσικών χαρισμάτων σε βάρος του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, στην απουσία βιολογικού προκαθορισμού της συμπεριφοράς του ήταν μια από τις σημαντικότερες αιτίες ανάπτυξης της δημιουργικότητας του ανθρώπου, της δυνατότητάς του όχι μόνο να προσαρμόζεται στο περιβάλλον, όπως τα ζώα, αλλά  να το μετασχηματίζει και να επινοεί νέες, σύνθετες μορφές αλληλεπίδρασης μ’ αυτό.   

Σύμφωνα με την γνωστή ταξινόμηση των αναγκών που πραγματοποίησε ο Α.Maslow η ικανοποίηση των φυσιολογικών αναγκών (φαγητό, ξεκούραση, κίνηση, κλπ.) αποτελεί την πρώτη βαθμίδα  αναγκών που χωρίς την ικανοποίησή τους  είναι αδύνατη η μετάβαση στις επόμενες βαθμίδες[2]. Υπάρχουν βιολογικές προϋποθέσεις και βιολογικά όρια  για την επιβίωση του ανθρώπινου οργανισμού και την ψυχοσωματική ανάπτυξή του. Η παραβίασή τους μπορεί να προκαλέσει την απορύθμιση του ανθρώπινου οργανισμού, ασθένειες, ακόμα και τον θάνατο. Η επίδραση του βαθμού ικανοποίησης των βιολογικών αναγκών (ελάχιστος, μέγιστος, βέλτιστος, κλπ)  στην διάρκεια και στην ποιότητα της ζωής του ανθρώπου, καθώς και στην ανάπτυξη (ή συρρίκνωση) του δυναμισμού και της δημιουργικότητάς του αποτελεί ανοικτό, ερευνητικό ζήτημα.  

Η προσανατολιστική  δραστηριότητα του ανθρώπινου οργανισμού για την εξασφάλιση των απαραίτητων μέσων επιβίωσης συνδέεται με την λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και, πρώτα απ’ όλα, με την λειτουργία  του εγκεφάλου (Galperin, 1999). Η πρόσληψη, αποθήκευση και κριτική επεξεργασία  της συσσωρευμένης συλλογικής εμπειρίας που πραγματοποιείται από τον εγκέφαλο συμβάλλει στην ευελιξία  και στην προσαρμοστικότητα της συμπεριφοράς  του ανθρώπινου οργανισμού και γενικότερα του ανθρώπινου είδους στις αναπτυσσόμενες συνθήκες του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.   

Σύμφωνα με τον A.Luria κατά την διαδικασία της φυλογένεσης του ανθρώπινου είδους διαμορφώθηκαν  τρεις κύριες λειτουργικές μονάδες του εγκεφάλου: α)η μονάδα  ρύθμισης του τόνου και της εγρήγορσης, β)η μονάδας πρόσληψης, ανάλυσης  και αποθήκευσης της πληροφορίας, γ)η μονάδας προγραμματισμού, ρύθμισης και ελέγχου της ψυχικής δραστηριότητας. Ο αρμονικός συντονισμός, η αλληλεπίδραση των εν λόγω μονάδων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη σύνθετων μορφών ψυχικής δραστηριότητας (Λούρια, 1999).

Ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη της δημιουργικής δραστηριότητας απέκτησε  το «δεύτερο σύστημα σήμανσης» που συνδέεται  με το γίγνεσθαι της τρίτης λειτουργικής μονάδας του εγκεφάλου. Χαρακτηριστικό του «πρώτου συστήματος  σήμανσης» είναι η ανάλυση και η σύνθεση των αισθητηριακών σημάτων από τον εξωτερικό κόσμο που εισέρχονται μέσω των οπτικών, ακουστικών και άλλων αναλυτών. Το «δεύτερο σύστημα σήμανσης» συνδέεται με την ικανότητα κατανόησης  γλωσσικών  σημάτων και την ανάπτυξη της  ομιλίας και παρέχει τη δυνατότητα συμβολικής, διαμεσολαβημένης απεικόνισης της πραγματικότητας (Pavlov, 1996). 

Το «πρώτο σύστημα σήμανσης» αποτελεί τη βάση  της αισθητηριακά συγκεκριμένης απεικόνισης της πραγματικότητας, ενώ το «δεύτερο σύστημα σήμανσης» συμβάλλει στην εννοιολογική απεικόνιση των ουσιωδών σχέσεων της πραγματικότητας. Το πρόβλημα της αλληλεπίδρασης  του πρώτου και του «δεύτερου συστήματος σήμανσης»  συνδέεται  με το πρόβλημα της εγκεφαλικής εξειδίκευσης και της λειτουργικής ασυμμετρίας του εγκεφάλου. Η διερεύνηση του εν λόγω προβλήματος φανέρωσε ότι το αριστερό ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την ανάπτυξη της λογικής  σκέψης, την άσκηση συμβολικών λειτουργιών  (την ανάλυση και την επεξεργασία των - χαρακτηριστικών για το «δεύτερο συστήματος σήμανσης» - σημάτων), ενώ το δεξί ημισφαίριο εξασφαλίζει την αισθητηριακή  αντίληψη της πραγματικότητας μέσω της πρόσληψης, ανάλυσης και σύνθεσης των σημάτων του «πρώτου συστήματος σήμανσης».

Οι μελέτες του R.Sperry με τα ζώα που έχουν υποστεί διατομή μεσολόβιου  συνέβαλλαν στην έναρξη της συστηματικής διερεύνησης του φαινομένου της ανατομικής και λειτουργικής ασυμμετρίας των δυο ημισφαιρίων (Kandel & Schwartz & Jessel, 1999). Το δεξί ημισφαίριο θεωρείται ότι συνδέεται με την καλλιτεχνική έκφραση, τη φαντασία, την ικανότητα προσανατολισμού στο χώρο, ενώ το αριστερό για την λογική κρίση, την ομιλία, κλπ. Το αριστερό ημισφαίριο θεωρείται ότι είναι υπεύθυνο για την αναλυτική ικανότητα, την εξαγωγή συμπερασμάτων στη βάση των νόμων της τυπικής λογικής, ενώ το δεξί ημισφαίριο για στην αισθητηριακά συγκεκριμένη, διαισθητική, ενορατική και βιωματική σύλληψη της πραγματικότητας. Οι βλάβες στο αριστερό ημισφαίριο προκαλούν δυσκολίες στην ομιλία, στην γραφή και στην λογική σκέψη, ενώ οι διαταραχές στο δεξί ημισφαίριο δημιουργούν δυσκολίες στην αντίληψη των εικόνων, των σχεδίων, κλπ. (Πουρκός, 1997, 235 - 245).

Ο I.Pavlov διέκρινε της ανθρώπους σε «διανοητές» και «καλλιτέχνες» σε συνάρτηση με τον τύπο απεικόνισης της πραγματικότητας που υπερέχει (παραστατική ή λογική). Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν σε «καθαρή» μορφή οι εν λόγω τύποι, αλλά υπάρχει συγκερασμός, μίξη τους.

Συχνά, άτομα που διαθέτουν εξαιρετικές μνημονικές, μαθηματικές και καλλιτεχνικές ικανότητες παρουσιάζουν κάποιες βλάβες στο αριστερό ημισφαίριο που προκαλούν την τάση αντιστάθμισής της μέσω της ανάπτυξης του δεξιού ημισφαιρίου, το οποίο και κυριαρχεί. Η υπανάπτυξη της λογικής σκέψης και άλλων ανώτερων ψυχικών λειτουργιών προκαλεί την υπερανάπτυξη των πιο «πρωτόγονων» εγκεφαλικών κέντρων προκειμένου να εξασφαλιστεί η αντιστάθμιση και η ανασυγκρότηση του νευρικού συστήματος. Ο Α.Adler ανέδειξε το γεγονός ότι η  μειονεξία κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσω του μηχανισμού της  «αναπλήρωσης» και «υπεραναπλήρωσης».

Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται στο «σύνδρομο της ευφυΐας» που αναφέρεται σε ανθρώπους που πάσχουν από σοβαρές διανοητικές αναπηρίες (πχ. αυτισμό), αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν εκπληκτικές ικανότητες: πχ. ο Κιμ Πικ έχει αποστηθίσει περισσότερα από 7.600 βιβλία. Το εν λόγω άτομο έχει την ικανότητα να απαριθμήσει τις οδούς που οδηγούν σε κάθε πόλη κωμόπολη και χωριό των ΗΠΑ και τους αντίστοιχους ταχυδρομικούς κώδικες. Η περίπτωση του Κιμ Πικ ενέπνευσε το χαρακτήρα του ήρωα της ταινίας «Ο άνθρωπος της βροχής»  (Δήμα, 2001).

Εξίσου προβληματική είναι η υπερανάπτυξη του αριστερού ημισφαιρίου και η υπανάπτυξη του δεξιού ημισφαιρίου που προκαλεί την ανεπαρκή ανάπτυξη της φαντασίας, την συρρίκνωση της συνθετικής ικανότητας, την διαμόρφωση ενός μονόπλευρου   αναλυτικού τύπου σκέψης και την αδυναμία παραγωγής νέων ιδεών.  Αρκετοί ερευνητές τονίζουν ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολίζεται στην ανάπτυξη λεκτικών και λογικών ικανοτήτων σειριακού τύπου, δηλαδή απευθύνεται κυρίως στο αριστερό ημισφαίριο, ενώ η μη λεκτική μορφή επικοινωνίας και γνώσης, η διαισθητική σκέψη αποθαρρύνεται (Σαββάκη, 1989, 107)

Η ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων  εδράζεται στην  ενεργοποίηση και την στενή αλληλεπίδραση των δυο ημισφαιρίων του εγκεφάλου ως συνόλου  μέσω της  πολυεπίπεδης, πλούσιας δραστηριότητας του ανθρώπου  και όχι στην υπέρμετρη ανάπτυξη κάποιων ξεχωριστών κέντρων (πχ. μνήμης, νόησης, κλπ). Η δημιουργική μάθηση εδράζεται στην συνδυασμένη ανάπτυξη της  λεκτικής, αναλυτικής σκέψης με την ολιστική, μη λεκτική, διαισθητική, συνθετική πρόσληψη της πραγματικότητας. 

Από αυτή την άποψη είναι μεθοδολογικά ανεπαρκής η εντοπιστική θεωρία σχετικά με τα δυο ημισφαίρια  που στην ουσία οδηγεί στη διάσπαση του φυσιολογικού υπόβαθρου  της συνείδησης  (αντίληψη περί δυο ανεξαρτήτων  εγκεφάλων με απόλυτα διακριτές μεταξύ τους λειτουργίες), στη διάρρηξη της ενότητάς της και στην ερμηνεία της  ως αποτελέσματος σύγκρουσης δυο διαφορετικών και ασύμβατων μεταξύ τους συστημάτων: της αισθητηριακά συγκεκριμένης, συναισθηματικά βιωμένης πρόσληψης της πραγματικότητας  και της αναλυτικής, λογικής δραστηριότητας της διάνοιας. Προβληματική είναι, επίσης, η λεγόμενη «ολιστική» ερμηνεία  της λειτουργίας του εγκεφάλου που στην ουσία  οδηγεί στην παρουσίασή του ως  πλήρως ομοιογενούς και αδιαφοροποίητου συστήματος.    

Οι ψυχικές λειτουργίες πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα της συνεργασίας πολλών εγκεφαλικών κέντρων ταυτόχρονα και της συνολικής λειτουργίας του εγκεφάλου. Η βλάβη κάποιας περιοχής του εγκεφάλου  δεν προκαλεί την εξαφάνιση της ψυχικής λειτουργίας που μπορεί να αποκατασταθεί μερικά  μέσω της επανοργάνωσης των άθικτων περιοχών (Λούρια, 1999). Ο δυναμικός χαρακτήρας των λειτουργικών συστημάτων του  εγκεφάλου, η πλαστικότητά του,  η ικανότητά του να προσαρμόζεται και  να αναδιοργανώνεται σε συνάρτηση με την μεταβαλλόμενη κατάσταση του ανθρώπινου οργανισμού κατά τη διαδικασία της  αλληλεπίδρασής του με το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον αποτελεί μία από τις ψυχοφυσιολογικές προϋποθέσεις  της δημιουργικότητας του ανθρώπου.

Η ανάπτυξη του εγκεφάλου αποτελεί προϋπόθεση και ταυτόχρονα, προϊόν της διαδικασίας ιστορικής ανάπτυξης. Η καλλιέργεια του εγκεφάλου και  η ανάπτυξη της δημιουργικότητας δεν είναι μια κατεξοχήν ατομική ή καθαρά βιολογική διαδικασία, αλλά κοινωνικο-ιστορική διαδικασία. Η ελλιπής χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων του εγκεφάλους, αλλά σχετίζεται, πρώτα απ’ όλα,  με το χαρακτήρα της  δραστηριότητας του ανθρώπου και τον τύπο των σχέσεών του με τους άλλους ανθρώπους.

Μεγάλο μέρος των προσπαθειών κατανόησης της επίδρασης που ασκούν οι βιολογικοί παράγοντες στη διαμόρφωση των πνευματικών ικανοτήτων των ανθρώπων έχουν οδηγήσει σε απλουστευτικές ερμηνείες στη βάση του βιολογικού ντετερμινισμού [κριτική του  βλ. Μάτσα (2002), Παυλίδης (2002)]. Έτσι, οι αντιλήψεις ότι ο σωματότυπος προκαθορίζει την ιδιοσυγκρασία  το ψυχολογικό προφίλ του ατόμου αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα νατουραλιστικής ερμηνείας του ανθρώπου. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η θεωρία του W. Sheldon ότι ο σωματότυπος έχει γενετική προέλευση και προκαθορίζει την ιδιοσυγκρασία του ατόμου. Σύμφωνα με αυτή την θεώρηση τα  ενδομορφικά άτομα  (στρογγυλοί, παχιοί, κοντοί) χαρακτηρίζονται από σπλαχνοτονία (συναισθηματικός δεσμός, θερμοί, παθητικοί), τα μεσομορφικά άτομα  (τετράγωνοι, μυώδεις, αθλητικοί) – από σωματοτονία (επιθετικότητα, εξωστρέφεια, κυριαρχία, ενεργητικότητα), ενώ τα εκτομορφικά (ψηλοί, λεπτοί) από  εγκεφαλοτονία (διανοούμενοι, εσωστρεφείς, ντροπαλοί, υπερευαίσθητοι, κλπ). Όμως, ο W. Sheldon δεν κατάφερε με πειστικό τρόπο να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα: ο σωματότυπος μπορεί να αλλάξει κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου; Η   ορμονική θεραπεία ή η άσκηση μπορεί να επιδράσει στον σωματότυπο του ατόμου; (Shipman, 1998, 310).  

Η ιδιοσυγκρασία  εκφράζει τις φυσικές  ιδιαιτερότητες που αφορούν την δυναμική, το ρυθμό και την ισορροπία  του νευρικού συστήματος  που  χαρακτηρίζει κάποιο  συγκεκριμένο άτομο και ασκεί σημαντική επίδραση στους ρυθμούς και τους τρόπους ρύθμισης της δραστηριότητα του οργανισμού (Asmolov, 1990). Οι τυπολογικές ιδιαιτερότητες του νευρικού συστήματος δεν προκαθορίζουν τη συμπεριφορά του οργανισμού ακόμα και στα ζώα: πχ. ένας σκύλος με ισχυρό νευρικό σύστημα μπορεί να γίνει φοβητσιάρης εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών ζωής του.  Ο I.Pavlov διέκρινε το γενότυπο, τις έμφυτες ιδιαιτερότητες του νευρικού συστήματος από το φαινότυπο που εκφράζει τον τρόπο συμπεριφοράς του οργανισμού ως αποτέλεσμα σύμμειξης του έμφυτου και του αποκτημένου   κατά τη διάρκεια της ζωής (Pavlov, 1996). Κάτω από την επίδραση του τρόπου ζωής  η ιδιοσυγκρασία  του συγκεκριμένου ατόμου ως ένα βαθμό μπορεί  να μετασχηματιστεί, αλλά  όχι να καταργηθεί πλήρως.  Από αυτή την άποψη η αναζήτηση κάποιων «γονιδίων ευφυΐας» για την ερμηνεία του φαινομένου της δημιουργικότητας αποτελεί απλοποιητικό βιολογικό αναγωγισμό που αντιβαίνει στα συμπεράσματα της σύγχρονης Βιολογίας (Ζακάρ, 1999), (Lewontin, 2002).

Ποιος τύπος ιδιοσυγκρασίας είναι ιδανικός για την επιστημονική δημιουργικότητα; Παλιότερα θεωρούσαν ότι ο ισχυρός, ισόρροπος, ευκίνητος τύπος νευρικού συστήματος  προσφέρεται για την πραγματοποίηση σημαντικών επιδόσεων στην εκπαίδευση, στην εργασία, κλπ, εξαιτίας του ισχυρού ενεργειακού δυναμικού του ατόμου και της υψηλής αντοχής του σε ισχυρές καταπονήσεις. Αυτή η προσέγγιση  είναι, κατά την άποψή μας, μονόπλευρη και άκρως περιοριστική. Έτσι, για παράδειγμα τα άτομα  με αδύνατο τύπο νευρικού συστήματος  παρουσιάζουν αυξημένη αισθαντικότητα σε ερεθίσματα που παραμένουν απαρατήρητα για τον άνθρωπο με ισχυρό τύπο νευρικού συστήματος με αποτέλεσμα να καταφέρνουν να αναδείξουν σημαντικές πτυχές της πραγματικότητας  που παραμένουν απαρατήρητες για τους άλλους (Ilin, 2001).  Δεν υπάρχουν «ιδανικοί» τύποι νευρικού συστήματος για την πραγματοποίηση μιας δημιουργικής δραστηριότητα. Καταρχήν, ο τύπος του νευρικού συστήματος προσδιορίζει μόνο το ρυθμό των νευρικών λειτουργιών του οργανισμού και όχι τον προσανατολισμό και το χαρακτήρα της δραστηριότητας του ανθρώπου. Πέραν τούτου, ο συνδυασμός των ψυχοφυσιολογικών χαρακτηριστικών που συντελούν με τον βέλτιστο τρόπο στην πραγματοποίηση μιας δημιουργικής δραστηριότητας μεταβάλλεται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο και τον τύπο της  εν λόγω δραστηριότητας[3].

Η επιστημονική δημιουργία ως μορφή εργασιακής δραστηριότητας

Η πρωταρχική εμφάνιση της επιστημονικής δραστηριότητας ως σχετικά ανεξάρτητης μορφής εργασίας πρέπει να αναζητηθούν στην περίοδο μετάβασης από την πρωτόγονη κοινωνία στην ταξική κοινωνία, όταν εμφανίζεται μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι απελευθερώνονται από την σκληρή χειρωνακτική εργασία και αποκτούν τη δυνατότητα να επιδοθούν σε συστηματική παρατήρηση των φυσικών φαινομένων και στην ταξινόμηση και συστηματοποίηση  των συσσωρευμένων γνώσεων. Κατά την διάρκεια των ανταγωνιστικών σταδίων ανάπτυξης της ανθρωπότητας η επιστημονική δραστηριότητα παρουσιάζεται ως μια επιμέρους μορφή πνευματικής εργασίας  ενός ιδιότυπου «ιερατείου της γνώσης». 

Κατά τα  προκεφαλαιοκρατικά στάδια ιστορικής ανάπτυξης η συσσωρευμένη γνώση είχε κυρίως εμπειρικό χαρακτήρα  και δεν είχε ακόμη πλήρως αποχωριστεί από την πρακτική, εργασιακή δραστηριότητα των συγκεκριμένων παραγωγών. Η  άλλη πλευρά του ίδιου φαινόμενου συνίσταται στο ότι η ίδια η επιστημονική δραστηριότητα αποκτούσε τη μορφή  χειροτεχνικής εργασίας. Ο επιστήμονας ήταν ταυτόχρονα καλλιτέχνης και μηχανικός (κλασσικοί αντιπρόσωποι αυτού του τύπου επιστήμης είναι ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Λομονόσωφ, ο Γκαίτε, κ.ά.).

Κατά την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού  οι παραγωγοί μετατρέπονται σε απλούς εκτελεστές μιας σειράς στενά εξειδικευμένων ενεργειών που  υπαγορεύονται από την λειτουργία της μηχανής.  Αυτή την περίοδο ενισχύεται ο  στενά  εξειδικευμένος, μονότονος, μηχανικός χαρακτήρα  της εργασίας  των άμεσων παραγωγών, πραγματοποιείται η αποκοπή των εκτελεστικών λειτουργιών της εργασιακής διαδικασίας  από τον σχεδιασμό της και ο περιορισμός των δημιουργικών στιγμών της εργασίας. 

Ο υποδουλωτικός καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί την μονομέρεια και τον «επαγγελματικό κρετινισμό» όχι μόνο στη σφαίρα της υλικής παραγωγής, αλλά  και στην σφαίρα της επιστήμης.  Ο R.Oppenheimer αναφερόμενος στους επιστήμονες παρατηρούσε: «Στην πραγματικότητα  οι περισσότεροι από εμάς είμαστε αμαθείς.  Ακόμα  και οι εξυπνότεροί μας  κατανοούν  καλά και πραγματικά μόνο πολύ λίγα πράγματα. Και από όλη την υπάρχουσα γνώση, φυσικοεπιστημονική και ιστορική, μόνο ένα μικρό μέρος κατακτείται από τον ξεχωριστό άνθρωπο… Εμείς το γνωρίζουμε ότι είμαστε αμαθείς… και όσο περισσότερο και ακριβέστατα κατανοούμε την επιστήμη μας, τόσο καλύτερα  μπορούμε να μετρήσουμε το βάθος της προσωπικής μας αμάθειας» (Volkov, 1968, 265).

Η στενή εξειδίκευση οδηγεί στη διαμόρφωση του μονοδιάστατου, μερικού ανθρώπου  που αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους και υποτάσσεται  στη λειτουργία της μηχανής. Η άλλη πλευρά της στενής, μονοδιάστατης εξειδίκευσης στη σφαίρα της επιστήμης είναι ο ερασιτεχνισμός, η επιφανειακή εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα ευρυμάθεια που δεν συνοδεύεται από συστηματική και βαθιά γνώση κάποιου συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου και δημιουργεί ένα τύπο ανθρώπου που προσλαμβάνει την πραγματικότητα ως ένα σύνολο παραδειγμάτων, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει τις βαθύτερες, εσωτερικές συνάφειές τους. Ο μεγάλος θεωρητικός του πολέμου K. Klauzewitz ασκούσε δριμύτατη κριτική σ’ αυτούς τους αναλυτές που έφερναν δεκάδες παραδείγματα από διαφορετικές περιστάσεις χωρίς να μπορούν ούτε ένα από αυτά να το διερευνήσουν με συστηματικό και εμπεριστατωμένο τρόπο. «…η έλλειψη αποδεικτικής ισχύος μπορεί ν’ αντισταθμιστεί από τον αριθμό των παρατιθέμενων  παραδειγμάτων, όταν η λεπτομερής έκθεση ενός γεγονότος είναι αδύνατη. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο τέχνασμα, που πολύ συχνά εξαπατά» (Klauzewitz, 1991).

Κατά την κεφαλαιοκρατία ενισχύεται η τάση απόσπασης της επιστήμης από την εργασία των  άμεσων παραγωγών. Ταυτόχρονα, όμως, η επιστήμη αποκτά  άμεσες τεχνολογικές εφαρμογές στη σφαίρα της παραγωγής και μετεξελίσσεται σε πτυχή των παραγωγικών δυνάμεων και αρχίζει να αποκτά τα χαρακτηριστικά της  καθολικής εργασίας. Το γίγνεσθαι της επιστημονικής εργασίας ως καθολικής εργασίας εκφράζει την διαδικασία εμφάνισης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας στη σφαίρα της υλικής και πνευματικής παραγωγής. «Καθολική εργασία είναι κάθε επιστημονική εργασία, κάθε ανακάλυψη, κάθε εφεύρεση. Καθορίζεται εν μέρει από τη συνεργασία των συγχρόνων, εν μέρει από τη χρησιμοποίηση της εργασίας των προγενεστέρων» (Μαρξ, 1978, 135). Έτσι, η επιστημονική εργασία ως μορφή καθολικής εργασίας εμπεριέχει δυο βασικές στιγμές: α)την μεταβίβαση, την γενίκευση, τον κριτικό μετασχηματισμό της συσσωρευμένης εργασίας των προηγουμένων γενιών επιστημόνων κατά την διαδικασία διερεύνησης νέων προβλημάτων, β)  τη σύνδεση με την συλλογική εργασία των σύγχρονων επιστημόνων και της επιστημονικής κοινότητας. Υποκείμενο της εργασίας όλο και περισσότερο παύει να είναι ο ξεχωριστός ερευνητής και αρχίζει να γίνεται η ερευνητική ομάδα, η επιστημονική σχολή, το ερευνητικό ινστιτούτο, κλπ.

Βέβαια, η επιστημονική εργασία δεν είναι πάντα δημιουργική, όπως, επίσης, η χειρωνακτική εργασία μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία πνευματικής εργασίας και να αποκτά δημιουργικά χαρακτηριστικά.  Η επιστημονική εργασία, όπως και  κάθε μορφή εργασίας, μπορεί να αποκτήσει δυο βασικές μορφές: α)την μονότονη, επαναληπτική εργασία, β) την δημιουργική εργασία (Πατέλης, 1991).

Η μηχανοποίηση της πνευματικής εργασίας βρίσκεται ακόμα - παρά τις σημαντικές προόδους που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες - σε χαμηλό επίπεδο με αποτέλεσμα στη πράξη οι επιστήμονες να αναλώνουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου τους  στην πραγματοποίηση εκτελεστικών ενεργειών (διευθέτηση οργανωτικών ζητημάτων, αναζήτηση της απαραίτητης βιβλιογραφίας, μεταφράσεις πηγών, δακτυλογράφηση εργασίας, κλπ.), ενώ ο χρόνος που αφιερώνεται στην κατεξοχήν δημιουργική ερευνητική δραστηριότητα συχνά  είναι αρκετά περιορισμένος. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς  μόνο το 5 – 10 % του συνολικού εργάσιμου χρόνου των επιστημόνων είναι αφιερωμένο στην κατεξοχήν δημιουργική εργασία (Volkov, 1968, 273). 

Πολλοί έχουν εκφράσει την άποψη ότι η δημιουργική δραστηριότητα  του επιστήμονα δεν αποτελεί εργασία, διότι βασίζεται στην ενόραση (F.Schelling,  A.Bergson, κ.α.) που αποτελεί χάρισμα, το οποίο εμφανίζεται ανεξάρτητα από τις εκούσιες προσπάθειες του ερευνητή. Ο ενορατικός, αναπάντεχος χαρακτήρας πολλών ανακαλύψεων έχει περιγραφεί στην βιβλιογραφία. Ο μύθος για το μήλο που πέφτει στο κεφάλι του Νεύτωνα και τον βοηθά να συλλάβει το νόμο της βαρύτητας, το «εύρηκα» του Αρχιμήδη  στο λουτρό του που γίνεται έναυσμα για την διατύπωση του νόμου της βαρύτητας είναι ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο H.Helmholtz κάνει λόγο για τις ιδέες που αναφύονται κατά την σταδιακή ανάβαση στα δασωμένα βουνά. Δεν προβάλλεται, συχνά, με επάρκεια η σημασία της σκληρής, επίμοχθης, εντατικής εργασίας που προηγείται, οι συνεχείς ανεπιτυχείς προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, οι οποίες προετοιμάζουν την αναπάντεχη εμφάνιση της φαεινής ιδέας που θέτει τέρμα στο αδιέξοδο και ανοίγει νέες προοπτικές στην έρευνα. Η χαλάρωση του νευρικού συστήματος που επέρχεται στον ελεύθερο χρόνο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβαση της εμπλοκής της νοητικής δραστηριότητας  κατά την διάρκεια της εργασίας εξαιτίας της υπερβολικής έντασης.

Ταυτόχρονα, η δημιουργική εργασία σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπερβαίνει τα πλαίσια της εργασίας με το παραδοσιακό νόημα της λέξης, της καταναγκαστικής δραστηριότητας στα πλαίσια του αυστηρά προσδιορισμένου χρόνου εργασίας. Η δημιουργική επιστημονική δραστηριότητα προϋποθέτει την υπέρβαση της διάκρισης ελεύθερου – εργάσιμου χρόνου.  Η δημιουργική δραστηριότητα εμφανίζεται στο μεταίχμιο, στα όρια ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου, κατά την διαδικασία μεταπήδησης από το ένα στο άλλο. Η υπερβολική ένταση και η υπερβολική χαλάρωση είναι εξίσου καταστροφικές για την δημιουργική δραστηριότητα. Η εναλλαγή, η ποικιλία και πολυμορφία δραστηριοτήτων αποτελεί πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας, ενώ η άτακτη και χαοτική δραστηριοποίηση του υποκειμένου  λειτουργεί αποδιοργανωτικά.

Για το δημιουργικό άνθρωπο η αδράνεια προκαλεί πλήξη και είναι πιο κουραστική από την δουλειά. Ο Θαλής ο Μιλήσιος  έλεγε χαρακτηριστικά: «ανιαρόν αργία». Η  αναζήτηση του νέου, η παραγωγή πρωτότυπων και παράτολμων ιδεών   αποτελεί  ύψιστη ικανοποίηση για τον δημιουργικό άνθρωπο. Ταυτόχρονα, τα μη δημιουργικά άτομα, κατά κανόνα, προτιμούν την μονότονη, επαναληπτική  εργασία σε σχέση με την δημιουργική εργασία που τα αγχώνει και τα κάνει να αισθάνονται ανασφάλεια. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αρκετοί φοιτητές προτιμούν ερωτήσεις απομνημόνευσης και όχι ερωτήσεις  κρίσεως, οι οποίες   απαιτούν την ενεργοποίηση και την κριτική χρησιμοποίηση του συνόλου των γνώσεων και εμπειριών που διαθέτουν.  

Δημιουργικότητα δεν σημαίνει διαρκή εργασία, αλλά δημιουργική εναλλαγή ελεύθερου – εργάσιμου χρόνου, ποικιλία μορφών αξιοποίησης  του ελεύθερου χρόνου, ικανότητα για άρση της ψυχικής έντασης. Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστική η ιστορία της συνάντησης του διάσημου φυσικού E. Rutherford με ένα νεαρό ερευνητή που όταν εξομολογήθηκε ότι δουλεύει  πρωί,  μεσημέρι και βράδυ πήρε την αποστομωτική απάντηση: «Και  τότε πότε σκέφτεσαι;»  (Suhotin, 1999).

Η εργασιομανεία  και η παντελής απουσία  ελεύθερου  χρόνου  γίνεται τροχοπέδη για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας του ανθρώπου, όπως και η ανία, η απραξία, ο εφησυχασμός. Έτσι, το υπερβολικά φορτωμένο και αυστηρό εβδομαδιαίο πρόγραμμα των παιδιών σχολικής ηλικίας δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της δημιουργικότητας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατά την μετάβαση στο Δημοτικό, όπως επίσης, κατά την μετάβαση στο Γυμνάσιο παρατηρείται απότομη  πτώση της δημιουργικότητας των παιδιών.  Η μετάβαση σε ένα αυστηρά οριοθετημένο, τυποποιημένο  σχολικό περιβάλλον με άκαμπτο και ανελαστικό αναλυτικό πρόγραμμα επιδρά αποθαρρυντικά  για το ξεδίπλωμα των δημιουργικών ικανοτήτων των παιδιών.

Πολλοί ερευνητές έχουν διατυπώσει την άποψη ότι η ενασχόληση με την επιστήμη μοιάζει με το παιδικό παιχνίδι: «Να λύσεις το αίνιγμα, να βρεις τη λέξη στο συλλαβόγριφο, να  αποπειραθείς να ανακαλύψεις το κρυμμένο αντικείμενο. Μήπως οι παραπάνω πράξεις μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο δεν αντιστοιχούν στην επιστημονική έρευνα; Γιατί άραγε να μην μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι η ροπή προς το παιχνίδι, όπως και η περιέργεια που αποτελεί   φυσική κλίση του παιδιού, παρόλο που δεν αποτελεί κάτι παιδαριώδες (με το περιφρονητικό νόημα της λέξης), δεν συμβάλλουν επίσης στην ανάπτυξη της επιστήμης;»  (Broglie, 1962, 290). Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η επίλυση κάποιου προβλήματος μοιάζει με την συμπλήρωση των κενών τετραγωνιδίων κάποιου  σταυρόλεξου (από αυτή την άποψη ενδιαφέρον παρουσιάζει ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων του μεγάλου ρώσου επιστήμονα Mendelejev). Ο επιστήμονας υποθέτει ότι τα φαινόμενα υποτάσσονται σε νόμους που μπορούμε μέσω του επιστημονικού λόγου να τους κατανοήσουμε (Broglie, 1962, 291).

Σύμφωνα με τον L.Vygotsky το παιχνίδι οδηγεί στην απόσπαση, την αφαίρεση  από την άμεση σύλληψη της πραγματικότητα που της δεν είναι αυθαίρετη, αλλά υποτάσσεται σε συγκεκριμένους νόμους: «το παιδί φτάνει σ’ ένα σημείο όπου αρχίζει να ενεργεί ανεξάρτητα από αυτά που βλέπει» (Vygotsky, 1997, 164). Ταυτόχρονα, το παιχνίδι χωρίς κανόνες δεν είναι πραγματικό παιχνίδι και όσο πιο αυστηροί είναι οι κανόνες τόσο πιο ενδιαφέρον γίνεται. Ο αυτοέλεγχος και η τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού, η δράση του παιδιού που υποτάσσεται στο νόημα  των πραγμάτων συμβάλλει στην ανάπτυξη του συνόλου των ψυχικών λειτουργιών του παιδιού (Vygotsky, 1997, 168). Η δημιουργική επιστημονική εργασία προϋποθέτει την ανάπτυξη της φαντασίας, την αποδέσμευση της πρόσληψης της πραγματικότητας από επιφανειακές, φαινομενολογικές προσεγγίσεις του γνωστικού αντικειμένου και, ταυτόχρονα, την κατανόηση και τον υπολογισμό των  συγκεκριμένων νόμων που διέπουν την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης.

Πραγματικά, η επιστήμη, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με ένα παιχνίδι ιδεών που απαιτεί, όπως και το παιδικό παιχνίδι, αμεσότητα, πλήρη αφοσίωση, ικανοποίηση του επιστήμονα από την ίδια την δραστηριότητά του. Ταυτόχρονα, όμως, η επιστήμη διαφέρει από το παιχνίδι, διότι απαιτεί επίπονη, εντατική  εργασία και δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα  ελεύθερο και απρόσκοπτο παιχνίδι. Πέραν τούτου, το αποτέλεσμα της επιστημονικής εργασίας προάγει σε ένα νέο, ανώτερο επίπεδο την επιστημονική γνώση και δημιουργεί ευρύτατο φάσμα δυνατοτήτων  για τον μετασχηματισμό της σχέσης κοινωνίας – φύσης.

 

Συνείδηση, υποσυνείδητο, «υπερσυνειδητό»:

ο γόνιμος συνδυασμός  της δημιουργικότητας

Η γνώση αποτελεί  κατηγοριακή απεικόνιση των ουσιωδών, νομοτελειακών σχέσεων που χαρακτηρίζουν ένα αντικείμενο. Για την απόκτηση της γνώσης είναι απαραίτητη η αμφισβήτηση του αυτονόητου, του πασιφανούς, του επιφανειακού και η αναζήτηση του αθέατου, του εσωτερικού, του άγνωστου. Η αμφισβήτηση αυτή προϋποθέτει τον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό του ίδιου του υποκειμένου να θέτει υπό αμφισβήτηση τα αυτονόητα, να «αποκλίνει» από τους καθιερωμένους τρόπους του σκέπτεσθαι και, ταυτόχρονα,  να «συγκλίνει», να ενοποιεί πολλαπλές στρατηγικές μάθησης  που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται ασύνδετες και άσχετες μεταξύ τους. Η δημιουργικότητα αναπτύσσεται στα όρια του γνωστού και του άγνωστου, κατά την μετάβαση από το γνωστό στο άγνωστο, αλλά και από το άγνωστο στο γνωστό. Δημιουργικότητα είναι η  ικανότητα του ερευνητή να αναζητά μέσα στην εξωτερική ασυνάφεια και την αταξία την ενδότερη αρμονία, να αναδεικνύει τους ενδότερους, εσωτερικούς δεσμούς στο φαινομενικό χάος και να  ανακαλύπτει την προοπτική ανάπτυξης της επιστήμης και της κοινωνίας  μέσα στην  ανυπέρβλητη για τον «κοινό νου» κατάσταση απροσδιοριστίας και αβεβαιότητας. 

Η περιέργεια, ο θαυμασμός, η απορία  ως αφετηριακό σημείο της αναζήτησης της γνώσης, το ζωντανό ενδιαφέρον που δεν υπαγορεύεται από άμεσο ωφελιμιστικό συμφέρον αποτελούν αναπόσπαστες πτυχές της δημιουργικής δραστηριότητας. Η  δημιουργικότητα μοιάζει με την κατασκευή  μιας «ανεμόσκαλας» από το γνωστό στο άγνωστο, με μια διανοητική περιπέτεια που έχει άγνωστο και απρόβλεπτο αποτέλεσμα (για την ακρίβεια  προβλέψιμο εν μέρει, αν κρίνει κανείς από την κατεύθυνση, τον προσανατολισμό, το αχνό περίγραμμα του μελλοντικού αποτελέσματος).

Η ακαθοριστία, η αβεβαιότητα  αποτελεί  γνώρισμα των πρώιμων σταδίων ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης και η διάθεση για πλήρη σαφήνεια και αυστηρή οριοθέτηση των εννοιών όταν δεν έχουν ωριμάσει οι απαραίτητες προϋποθέσεις μπορεί να τον οδηγήσει στη αναπαραγωγή παρωχημένων προσεγγίσεων και να καταστρέψει πιθανούς δρόμους ανάπτυξης της επιστήμης (Suhotin, 1991, 63). Η απολυτοποίηση της διάνοιας και ο  φορμαλιστικός τρόπος οργάνωσης της επιστημονικής δραστηριότητας που εκφράζεται στην  θετικιστική τάση για τυπική αυστηρότητα, ακρίβεια, πλήρη αποδεικτικότητα κατά τα πρότυπα των φυσικών επιστημών  μπορούν να καταστρέψουν τη δημιουργικότητα.  Ταυτόχρονα, η διατήρηση της ασάφειας και της απροσδιοριστίας όταν έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την θεωρητική συγκρότηση της επιστήμης μπορεί να λειτουργήσει υπονομευτικά και να φράξει το δρόμο για την ανάβαση της επιστήμης σε νέο ποιοτικό στάδιο. Γενικότερα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι επιστημονική γνώση αναπτύσσεται ως μια διαδικασία εμφάνισης και υπέρβασης αντιθέσεων. Από αυτή την άποψη η επίλυση ασκήσεων Τυπικής Λογικής που παρουσιάζεται στη Γενετική Επιστημολογία του Piaget (Πιαζέ,  1972) ως κριτήριο γνωσιακής (και γενικότερα ψυχικής) ωριμότητας είναι ανεπαρκές και παραπλανητικό για την κατανόηση της δυναμικής ανάπτυξης της νόησης (βλ. Δαφέρμος, 2002). Εντελώς απλουστευτικά και μονοδιάστατα είναι, επίσης, τα διαδεδομένα στην Γνωσιακή Ψυχολογία υπολογιστικά μοντέλα επίλυσης προβλημάτων στη βάση προκαθορισμένων αλγορίθμων. Τα εν λόγω μοντέλα είναι κατάλληλα, στην καλύτερη περίπτωση, να οδηγήσουν στη διαχείριση πληροφοριών, αλλά όχι στην παραγωγή νέας γνώσης.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον για την κατανόηση της δημιουργικότητας στην επιστήμη έχουν οι απόψεις του γάλλου μαθηματικού A.Poincare, ο οποίος θεωρούσε ως ένα σημαντικό στοιχείο των νοητικών διεργασιών την δημιουργία πολλαπλών συνδυασμών και την εξασφάλιση της σύγκρισής τους. Ένας καλός σκακιστής έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί  πολλούς συνδυασμούς και να τους συγκρατεί στη μνήμη του. Εδώ απαιτείται ισχυρή μνήμη και τεράστια ένταση της προσοχής. Όμως, η δημιουργικότητα δεν ταυτίζεται με την δυνατότητα πιστής αναπαραγωγής των επιμέρους στοιχείων μιας ακολουθίας. Ο Α.Poincare φέρνει ως παράδειγμα τον εαυτό του που έκανε διαρκώς λάθη στην πρόσθεση αριθμών και δεν ήταν καλός σκακιστής. Η  δημιουργικότητα στην επιστήμη δεν ταυτίζεται με την κατασκευή πολυάριθμων συνδυασμών, αλλά με την επιλογή των σωστών, των περισσότερο γόνιμων  συνδυασμών  από περιοχές που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται απομακρυσμένες μεταξύ τους.  Επινοώ, δημιουργώ, σύμφωνα με τον  A.Poincare, σημαίνει επιλέγω τους γόνιμους συνδυασμούς και εγκαταλείπω αυτούς που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον   (Poincare, 1983, 403).

Ο G.Wallas διέκρινε τέσσερα στάδια της δημιουργικής διαδικασίας στην επιστήμη: α)προετοιμασία (preparation), β) επώαση (incubation), γ) έμπνευση (illumination), δ)επαλήθευση (verification) και ολοκλήρωση της επεξεργασίας των αποτελεσμάτων. Η εν  λόγω περιοδολόγηση επιβεβαιώνεται, επίσης, από τις  μαρτυρίες του H.Helmhotz και του A.Poincare (Hadamard, 1995, 65).

Το στάδιο της προετοιμασίας χαρακτηρίζεται από τη σκληρή συνειδητή εργασία για την επίλυση κάποιου προβλήματος. Δίχως την δραστηριοποίηση της συνείδησης καμιά καινούργια  πρωτότυπη ιδέα δεν μπορεί να εμφανιστεί. Η τύχη και το παιχνίδι των δυνάμεων του ασυνείδητου δεν μπορούν από μόνες τους να  οδηγήσουν σε καινοτόμες επινοήσεις και ανακαλύψεις στη σφαίρα της επιστήμης.

Κατά το στάδιο της επώασης η συνειδητή εργασία αναβάλλεται, σταματά, όμως, η ασυνείδητη εργασία συνεχίζεται. Η χαλάρωση, η υπέρβαση της εγκεφαλικής κόπωσης, η σωματική ευεξία αποτελεί, σύμφωνα με τον H.Helmhotz, απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση νέων ιδεών.

Η έμπνευση (έκλαμψη) έρχεται στιγμιαία, αυθόρμητα και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η «φώτιση» μπορεί να πάρει τη μορφή μιας σκέψης, ενός συλλογισμού, ο οποίος  ανατρέπει κάποιες προηγούμενες στερεοτυπικές αντιλήψεις ή τη μορφή μιας παράστασης, μιας νοητικής εικόνας, ενός σχήματος, ενός πίνακα, κλπ. που συνθέτει κάποια δεδομένα, τα οποία  παρουσιάζονταν προηγουμένως ασύνδετα μεταξύ τους. Τέλος, κατά το στάδιο της επαλήθευσης επακολουθεί η επόμενη συνειδητή εργασία στην κατεύθυνση του ελέγχου και της τεκμηρίωσης των νέων ιδεών. 

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σωματική και ψυχική χαλάρωση από μόνη της δεν οδηγεί στην εμφάνιση νέων ιδεών. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του  Jung που αναφέρει ότι οι νέες ιδέες του ήρθαν παραβιάζοντας τους κανόνες της γιόγκα (Jung, 1991, 229). Η γιόγκα  αποτελεί εξαιρετικό μέσο για άρση της ψυχικής έντασης και την χαλάρωση του οργανισμού, όμως, δεν συμβάλλει από μόνη της στην ανάπτυξης μιας δημιουργικής σχέσης προς το επιστημονικό κεκτημένο και στην παραγωγή του νέου γενικότερα. Η σωματική και ψυχική χαλάρωση συμβάλλει στην προαγωγή της δημιουργικότητας στα πλαίσια μιας ευρύτερης αναπτυξιακής διαδικασίας.

Κατά την άποψή μας, το πρώτο και το δεύτερο στάδιο (συνειδητή προπαρασκευή και επώαση των νέων ιδεών στο επίπεδο του ασυνείδητου) δεν αποτελούν διαδοχικά στάδια, αλλά εναλλασσόμενες φάσεις του σταδίου προετοιμασίας των προϋποθέσεων μιας νέας ιδέας. Το στάδιο της επαλήθευσης, του ελέγχου είναι πιο σύνθετη και μακρόχρονη απ’ ότι συνήθως παρουσιάζεται (βλ. Πατέλης, 2000).

Αρκετοί ερευνητές διακρίνουν δυο τύπους επιστήμης: α)την «κλασσική» επιστήμη, β)την «ρομαντική» επιστήμη. Οι «κλασσικοί» επιστήμονες βήμα προς βήμα αναλύουν τις σημαντικότερες πτυχές των φαινομένων, φτάνουν στο διαχωρισμό των στοιχειωδών σχέσεων  και διατυπώνουν κάποιες γενικές θεωρητικές αρχές. Οι «ρομαντικοί» δεν ακολουθούν το δρόμο της αναγωγής, της ανάλυσης της πραγματικότητας, αλλά επιχειρούν να διατηρήσουν το πλούτο της ζωντανής πραγματικότητας, την ζωντανή ενορατική θεώρησή της. Η δημιουργική προσέγγιση αποτελεί σύνθεση ρομαντικού  και κλασσικού τύπου επιστήμης (Λούρια, 1982, 172). Οι «ρομαντικοί»  επιστήμονες είναι τολμηροί στην προώθηση νέων υποθέσεων, σ’ αυτούς υπερτερεί η ενόραση και όχι επαγωγή. Οι ίδιοι αποφεύγουν να ασχολούνται  με το ίδιο το πρόβλημα μεγάλο χρονικό διάστημα, διότι εκπίπτει το ενδιαφέρον τους γι’ αυτό.  Είναι συναισθηματικοί, επικοινωνιακοί, ασκούν σημαντική επίδραση στους σύγχρονούς τους. Οι «κλασσικοί» παρουσιάζονται ως συστηματικοί, αργοί, κλειστοί, ελέγχουν και επανελέγχουν τα αποτελέσματα μόνοι τους και, κατά κανόνα, δεν έχουν μαθητές. Οι «κλασσικοί» δρουν αργά, αλλά ώριμα, ενώ οι «ρομαντικοί» εργάζονται γρήγορα και είναι παραγωγικότεροι (Allaxverdian & Moshova& Jourevish& Jaroshevsky, 1998). Οι «ρομαντικοί» αντιστοιχούν σε μεγαλύτερο βαθμό στον καλλιτεχνικό τύπο νευρικού συστήματος, ενώ  οι «κλασσικοί» στον νοητικό τύπο.

Οι «ρομαντικοί» δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην διαισθητική, ενορατική πρόσληψη  του γνωστικού αντικειμένου, ενώ οι «κλασσικοί» στην ανάλυση, στον κατατεμαχισμό των πλευρών του και στην αποσπασματική διερεύνησή τους. Οι προαναφερόμενες ακρότητες είναι χαρακτηριστικές στιγμές της διαδικασίας μετάβασης από την  αισθητηριακά συγκεκριμένη πρόσληψη του γνωστικού αντικειμένου προς το αφηρημένο. Γενικότερα, θα πρέπει να ειπωθεί στοιχεία δημιουργικότητας ενυπάρχουν σε όλες τις φάσεις ανάπτυξης της γνωστικής διαδικασίας. Όμως, η κατεξοχήν δημιουργική μορφή θεωρητικής απεικόνισης του γνωστικού αντικειμένου είναι ο λόγος, η απεικόνισή του στο επίπεδο του νοητικά συγκεκριμένου, όταν συνδέονται με οργανικό τρόπο διαδικασίες που σε προηγούμενα στάδια  θεωρούνταν ασύμβατες και αλληλοαποκλειόμενες (Πατέλης, 1995b), (Vazulin, 1985).

Μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της δημιουργικής, γόνιμης επιστημονικής νόησης συνίσταται στην αίσθηση της επιστημονικής ομορφιάς, στην ανακάλυψη της κρυφής αρμονίας των συνδυασμών. Η συναισθηματική ευαισθησία, το αίσθημα του ωραίου, η δυνατότητα σύλληψης της αρμονίας των αριθμών και των σχημάτων  αποτελεί, κατά τον A.Poincare, απαραίτητη διάσταση της δημιουργικότητας στα  μαθηματικά (Poincare, 1990). Η αισθητική της κίνησης, της ροής της νόησης σ’ ένα γραπτό κείμενο, η εσωτερική αρμονία των κατηγοριών και των συλλογισμών αποτελεί έμμεσο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό κριτήριο της θεωρητικής επάρκειάς τους.

Η ηθική διάσταση της αναζήτησης της αλήθειας επισημαίνεται από τον J.Fichte που θεωρεί ότι οι επιστήμονες πρέπει να είναι παιδαγωγοί της κοινωνίας  και  ο προορισμός τους   είναι να υπηρετούν την αλήθεια,  στην οποία  είναι αφιερωμένοι  μέχρι την ύστατη στιγμή της ζωής τους. «Την αποδέχονται και την υποστηρίζουν, ακόμα και όταν αυτή απορρίπτεται απ’ όλο την κόσμο. Αν την χλευάζουν και τη δυσφημίζουν,   αυτοί ανοικτά θα την υπερασπιστούν και για χάρη της  με χαρά θα υποφέρουν την πονηρή, συγκαλυμμένη κακία των ισχυρών, το πρόστυχο μειδίαμα  της δολιότητας και το συμπονετικό κούνημα των ώμων της   μικροψυχίας» (Fichte,  1993, 53).

Απαιτείται τόλμη για να καταφέρει ο επιστήμονας να  έρθει σε σύγκρουση με τις κατεστημένες αντιλήψεις και να επιλέξει την αναζήτηση της αλήθειας ως  προτεραιότητας σε σχέση με κάποιες εξωτερικές περιστάσεις (το κύρος, την αυθεντία των προϊστάμενων, τα συντεχνιακά συγκυριακά μικροσυμφέροντα, κλπ).  Ο επιστήμονας θα πρέπει να πρέπει να έχει την τόλμη να νικήσει τον ίδιο τον εαυτό του (Mey, 2002). Η αναζήτηση της αλήθειας εμπεριέχει την διάσταση της «κάθαρσης», την πλήρη αφιέρωση του υποκειμένου της γνωστικής διαδικασίας δίχως την απαίτηση κάποιας άμεσης ωφελιμιστικής απόδοσης. Η  απόπειρα του επιστήμονα να εμβαθύνει στη λογική ανάπτυξης του γνωστικού αντικειμένου οδηγεί στην αυτουπέρβαση, στην μέγιστη αξιοποίηση του φάσματος ερευνητικών δυνατοτήτων που ενυπάρχουν  κατά την  συγκεκριμένη βαθμίδα της επιστήμης.

Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας προϋποθέτει την ενεργοποίηση της συνείδησης στο σύνολό της. Οι αισθήσεις, τα συναισθήματα, ακόμη και οι ηθικές επιλογές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της αναζήτησης της αλήθειας (ή στον αποπροσανατολισμό του ερευνητή).  Παρά τις απόπειρες μοντελοποίησης της λειτουργίας του εγκεφάλου και δημιουργίας «σκεπτόμενων μηχανών» (προγράμματα δημιουργίας «τεχνητής νοημοσύνης») πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι παρόμοιου τύπου μηχανές  δεν αντικαθιστούν την δημιουργική ανθρώπινη νόηση (κριτική βλ. Ιλιένκοφ, 1976), διότι  παρά το γεγονός ότι μπορούν να συμβάλλουν στην επεξεργασία  πολυάριθμων  δυνατών συνδυασμών, όμως,  δεν μπορούν να ανακαλύψουν τον κατάλληλο, τον γόνιμο   συνδυασμό που αντιστοιχεί στους νόμους του αληθινού,  του ωραίου και του ηθικού. 

Η πολυεπίπεδη ανάπτυξη της συνείδησης συμβάλλει στην διαμόρφωση δημιουργικής σχέσης προς την πραγματικότητα και  στην ενεργό συμμετοχή του κοινωνικού υποκειμένου στη διαδικασία μετασχηματισμού της. Όμως, αυτός ο μετασχηματισμός  και η αναδημιουργία του κόσμου είναι αδιανόητη αν το υποκείμενο δεν γνωρίζει τους νόμους που διέπουν την λειτουργία και την ανάπτυξή του. Η σχετική αυτονόμηση  της κοινωνικής συνείδησης από την άμεση, πρακτική, παραγωγική δραστηριότητα και η ανάπτυξη της δυνατότητας διαμεσολαβημένης, θεωρητικής απεικόνισης της πραγματικότητας αποτελεί σημαντικό  βήμα για την κατανόηση των νόμων που διέπουν την πραγματικότητα και την δημιουργία των προϋποθέσεων  ριζικού μετασχηματισμού της.   

Όμως, η παραγωγή νέας γνώσης προϋποθέτει την ενεργοποίηση όχι μόνο της συνείδησης, αλλά και του ασυνείδητου. Η δημιουργικότητα εμφανίζεται  και αναπτύσσεται στο μεταίχμιο συνείδησης και  ασυνείδητου, σκληρής, συνειδητής εργασίας και  ακούσιας, αυθόρμητης  έμπνευσης. Η δημιουργικότητα αποτελεί ενότητα αντιθέτων. Άγουσα πλευρά είναι η συνείδηση, όμως αν αποκοπεί από το υποσυνείδητο θα αποστεωνθεί, θα φτωχύνει, θα νεκρωθεί.

Η ένταξη του ερευνητή στην διαδικασία ανάπτυξης της επιστήμης, οι μορφές αλληλεπίδρασής του με τους προγενέστερους του ερευνητές και με τους σύγχρονούς του δημιουργεί τη «ζώνη εγγύτερης ανάπτυξής» του.   Η ικανότητα του επιστήμονα να φαντάζεται, να βιώνει  ζωντανά, με έντονο τρόπο  το τελικό αποτέλεσμα της εργασίας του αποτελεί κινητήρια δύναμη  για την ανάπτυξη και την επιτάχυνση της δημιουργικής δραστηριότητας.  Η δυνατότητα προτρέχουσας, δυναμικής απεικόνισης της πραγματικότητας και της ένταξης στη σφαίρα της έρευνας των άλυτων, ανοικτών προβλημάτων της επιστήμης αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό του δημιουργικού επιστήμονα. Η δημιουργικότητα δεν αποτελεί απλώς μια διαδικασία μεταρσίωσης κάποιων τραυματικών βιωμάτων της παιδικής τους ηλικίας, ούτε μόνο αποτύπωση της σημερινής κατάστασης επιστημονικής ανάπτυξης του ερευνητή,  όπως εκφράζεται πχ. στις δημοσιεύσεις του. Η δημιουργικότητα εκφράζεται στην ικανότητα της βέλτιστης αξιοποίησης της «ζώνης εγγύτερης ανάπτυξης» του ερευνητή (χρησιμοποιούμε την γνωστή έννοια του L.Vygotsky), του δυναμικού ανάπτυξης που δεν έχει ακόμη αποκτήσει απτή, αντικειμενοποιημένη μορφή. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τον όρο «υπερσυνειδητό» για να εκφράσουν αυτήν την δυναμική διάσταση της επιστημονικής δραστηριότητας (Allaxverdian & Moshova & Jourevish & Jaroshevski, 1998). Η επιστημονική αισιοδοξία που σημειώνεται από αρκετούς ερευνητές ως χαρακτηριστικό στοιχείο του επιστήμονα (Holton, 1998) απορρέει, κατά την γνώμη μας, από τον προσανατολισμό του στις υπό διαμόρφωση εγγύτερες και απώτερες τάσεις ανάπτυξης της επιστήμης και της κοινωνίας.

Η προσωπικότητα του επιστήμονα

Προσωπικότητα είναι η μοναδική και ανεπανάληπτη μορφή διάθλαση των κοινωνικών σχέσεων μέσω των βιολογικών  ιδιαιτεροτήτων των συγκεκριμένων υποκειμένων,  ο τρόπος συνένωσης των ψυχοφυσιολογικών χαρακτηριστικών  του ατόμου και συγκεκριμένων μορφών πρόσληψης του πολιτισμικού κεκτημένου σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.  Η ανάπτυξη του προσωπικότητας αποτελεί ιδιόμορφη αναπαραγωγή του περιεχομένου και της δομής της κοινωνίας μέσω της προαγωγής και ολοκλήρωσης του μοναδικού και ανεπανάληπτου συνδυασμού ψυχοφυσιολογικών ιδιαιτεροτήτων του ξεχωριστού ατόμου.

Η προσωπικότητα μπορεί να εξεταστεί μέσα από το πρίσμα των τυπολογικών χαρακτηριστικών και της συγκρότησής της σε αντιστοιχία με το βιοτικό πρόγραμμά της [βλ.Βαζιούλιν (1988), Πατέλης (2002), Παυλίδης (2002)].  Ο προσανατολισμός, η στάση ζωής της προσωπικότητας εκφράζει την δυναμική των πιο διαφορετικών εσωτερικών και εξωτερικών δυνάμεων, της αλληλεπίδρασης κοινωνικού και ατομικού που εκφράζεται μέσα από τον τρόπο που το συγκεκριμένο άτομο σκέφτεται, συναισθάνεται, δρα. Το βιοτικό πρόγραμμα του επιστήμονα, το νόημα ζωής του, οι ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων  επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση του ερευνητικού προγράμματος και στον ίδιο τον χαρακτήρα της επιστημονικής  δραστηριότητας.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του  πρώτου τύπου προσωπικότητας, σύμφωνα με τον Vazulin (Βαζιούλιν, 1985), είναι ο προσανατολισμός της στην φυσική διατήρηση και αναπαραγωγή του ατόμου και της οικογένειά του μέσω της κατανάλωσης υλικών αγαθών.  Σ’ αυτή την περίπτωση η επιστημονική δραστηριότητα  αντιμετωπίζεται κατεξοχήν ως επάγγελμα που συμβάλλει στην  εξασφάλιση των όρων επιβίωσης του επιστήμονα. «…για την πλειοψηφία η επιστήμη αποτελεί μόνο μέσο για την ύπαρξη και είναι έτοιμοι να θεοποιήσουν ακόμα και τις ίδιες τις πλάνες τους, αν αυτό μπορεί να  τους συντηρήσει»   (Γκαίτε, 1988, 159). Η κυριαρχία εξωτερικών, καταναλωτικών κινήτρων για την ενασχόληση με την επιστήμη περιορίζει, ευθύς εξαρχής, το ερευνητικό βεληνεκές του ερευνητή στις σφαίρες και στις κατεστημένες, επίσημα  αναγνωρισμένες προσεγγίσεις και ιδέες. Έτσι, το άτομο  αναπτύσσει μια εργαλειακή αντιμετώπιση της επιστήμης ως μέσου για την ικανοποίηση εξωεπιστημονικών, ατομικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων.

Για τον  δεύτερο  τύπο προσωπικότητας η ικανοποίηση της ανάγκης για εργασία  μετατρέπεται σε κομβικό στοιχείο του βιοτικού προγράμματός της, ενώ η διατήρηση της βιολογικής ύπαρξης του ατόμου  αποκτά υποδεέστερο ρόλο. Στα πλαίσια του δεύτερου τύπου διακρίνονται δυο βασικές περιπτώσεις: α)η ανάγκη για αναγνώριση, για πραγματοποίηση επιτυχημένης καριέρας   αποκτά καθοριστική σημασία στην στοχοθεσία και στη δραστηριότητα του επιστήμονα, β)η ανάγκη για εργασία μετατρέπεται σε σταθερή, εσωτερική, κατευθυντήρια  ανάγκη του επιστήμονα (Πατέλης, 2000).

Η διάθεση για αναγνώριση και ατομική καριέρα «πάση θυσία», η εργαλειακή αντιμετώπιση της επιστήμης ως μέσο κοινωνικής αναγνώρισης και καθιέρωσης και η ματαιοδοξία   καταστρέφουν τη δημιουργικότητα, ωθούν τον επιστήμονα να αποκλίνει από τα κομβικά, ανοικτά προβλήματα της επιστήμης και να  σπαταλά την ενέργεια και  το χρόνο του για την ανάλυση επουσιωδών, δευτερεύουσας σημασίας ζητημάτων. Η ματαιοδοξία καταστρέφει ταλαντούχους ανθρώπους.

Η κυριαρχία εξωτερικών κινήτρων στην ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί στην διαμόρφωση μιας παθητικής σχέσης προς την επιστήμη ως ένα σύμπλεγμα έτοιμων γνώσεων και πληροφοριών  που θα πρέπει να αφομοιωθούν, να καταναλωθούν, να αναπαραχθούν για την επίτευξη ενός προκαθορισμένου αποτελέσματος. Οι συσσώρευση επιστημονικών γνώσεων παρουσιάζεται  ως συλλογή γραμματοσήμων που κοσμεί το γραφείο του ενδιαφερόμενου ατόμου, ως παραδοτέο προϊόν  στον προϊστάμενό του ή εμπόρευμα προς πώληση. Έτσι, η γνώση δεν γίνεται ποτέ προσωπική πεποίθηση, αλλά παραμένει μια εξωτερική ενασχόληση, ένα ιδιότυπο καταναλωτικό αγαθό που πρέπει να αφομοιωθεί, να χρησιμοποιηθεί, να αναπαραχθεί, σύμφωνα με κάποιους αδιαμφισβήτητους, προκαθορισμένους  - από μια ανώτερη - αρχή κανόνες. Ο κονφορμιστικός προσανατολισμός ενός τέτοιου επιστήμονα εκφράζεται στη διάθεσή του να είναι πάντα αρεστός και αποδεκτός από τους «ανθρώπους της εξουσίας» και από την επιστημονική «κοινή γνώμη». Το συγκεκριμένο άτομο καταπνίγει μέσα του όλες τις ιδέες, οι οποίες είναι ριψοκίνδυνες, ριζοσπαστικές, ασυνήθιστες ή απλώς θεωρεί ότι μπορεί να μην γίνουν αποδεκτές. Η αυτολογοκρισία αποτελεί ένα είδος αυτοκαταστροφής του δημιουργικού δυναμικού της προσωπικότητας, προσαρμογής του επιστήμονα  σε ένα γκρίζο, αποπροσωποποιημένο  πρότυπο  επιστημονικής δεοντολογίας περί επιτρεπτού και ανεπίτρεπτου στο χώρο της επιστήμης.  

Η δημιουργικός προσανατολισμός της προσωπικότητας προϋποθέτει ότι η επιστημονική εργασία γίνεται κατευθυντήρια, εσωτερική ανάγκη της προσωπικότητας. Η  διαδικασία παραγωγής της νέας γνώσης παρουσιάζεται ως εσωτερική ανάγκη της προσωπικότητας, ικανοποίηση της ανάγκης της για αυτοπραγμάτωση.

Στην περίπτωση που η ερευνητική δραστηριότητα αποτελεί ενδότερη ανάγκη για τον  επιστήμονα, τότε αυτός επιδιώκει  να ασχοληθεί με τη μελέτη πολύπλοκων, ανοικτών προβλημάτων και να επιλέξει ασυνήθιστες μεθόδους έρευνας που  δεν εξασφαλίζουν εύκολα, απτά, άμεσα εφαρμόσιμα  αποτελέσματα. Το άγνωστο, το απροσδιόριστο τρομάζει το μη δημιουργικό επιστήμονα  που προτιμά τον εύκολο και στρωμένο δρόμο. Αντιθέτως, τα  τετριμμένα, εύκολα  θέματα προκαλούν ανία στον δημιουργικό επιστήμονα που επιλέγει να  συγκεντρώσει τις δυνάμεις του  στην διερεύνηση  σύνθετων, αλλά συναρπαστικών πεδίων, τα οποία μάλιστα, συχνά, εντοπίζονται στο μεταίχμιο των επιστημών και ξεφεύγουν από τον παραδοσιακό, επιστημονικό καταμερισμό εργασίας. Έτσι, οι εκπρόσωποι του παραδοσιακού καταμερισμού εργασίας  εκλαμβάνουν την διεπιστημονική έρευνα ενός δημιουργικού επιστήμονα ως δραστηριότητα εκτός γνωστικού αντικειμένου.

Όταν κυριαρχούν τα εσωτερικά κίνητρα, τότε είναι σαφής ο προσανατολισμός στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα του επιστημονικού έργου, στην επίλυση του ερευνητικού προβλήματος, δηλαδή  στο μέγιστο δυνατό όριο και όχι στο ελάχιστα αποδεκτό όριο που θέτει η επιστημονική κοινότητα. Η ίδια η διαδικασία της μετατροπής των προοπτικών αναγκών ανάπτυξης της επιστήμης σε  υπόθεση ζωής του επιστήμονα δημιουργεί τεράστια  ενεργειακά αποθέματα και ανοίγει τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης  και αυτοολοκλήρωσής  του ως προσωπικότητας. Η επιστημονική του δραστηριότητα παύει να αποτελεί μια παθητική διαδικασία αφομοίωσης και μηχανιστικής αναπαραγωγής κάποιων προκαθορισμένων γνωσιακών δομών. Η ικανοποίηση της ανάγκης για  μετασχηματισμό και ριζική ανάπτυξη της υφιστάμενης γνώσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω του ξεδιπλώματος ενός ευρύτατου φάσματος ικανοτήτων και δεξιοτήτων  της προσωπικότητας του επιστήμονα.

Ο τρίτος τύπος προσωπικότητας συνίσταται στην  συνειδητή  υποταγή του ατόμου στο κυρίαρχο status quo. Σ’ αυτή την περίπτωση περιορίζεται στο έπακρο η δυνατότητα του επιστήμονα για εκούσια και ελεύθερη σκοποθεσία της ερευνητικής του δραστηριότητα και την μετατροπή του σε εξωκαθοριζόμενο εκτελεστικό όργανο. Ο επιστήμονας είναι αναγκασμένος να προσαρμόζεται στους συγκυριακούς συσχετισμούς δυνάμεων, να αποφεύγει οποιεσδήποτε κινήσεις μπορούν να απορυθμίσουν τις «λεπτές» ισορροπίες του συστήματος και να συμμορφώνεται  προς τις υποδείξεις των ιεραρχικά ανωτέρων.

Η αναπτυσσόμενη διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης της επιστήμης και η  διαμόρφωση του εν λόγω  τύπου, μη δημιουργικής  προσωπικότητας εκφράζεται μέσα από την επικράτηση δυο χαρακτηριστικών για την κεφαλαιοκρατική κοινωνία αλλοτριωτικών  τάσεων: α) τον αντικειμενισμό, την ενατενιστική στάση του ατόμου απέναντι στην πραγματικότητα, την συμπεριφορά του ως παθητικού αντικειμένου που υποτάσσεται με κονφορμιστικό τρόπο   στους ιεραρχικά ανωτέρους και συμβιβάζεται με τους ισχύοντες κανόνες λειτουργίας του συστήματος, β)τον υποκειμενισμό που εκφράζεται στην τάση χειραγώγησης, υποταγής των άλλων ανθρώπων, την εργαλειακή αντιμετώπισή τους και επιβολή «πάση θυσία» του κύρους και της εξουσίας του ισχυρού.  Μια από τις κλασσικές μορφές υποκειμενισμού στη σφαίρα της επιστήμης είναι το φαινόμενο του διοικητή - επιστήμονα που οικειοποιείται  τις ιδέες των υφισταμένων του, παρουσιάζοντάς τις ως δικές του προσωπικές ιδέες (βλ.Δαφέρμος, 2002).

Ο αντικειμενισμός εκφράζεται στον «δεκτικό προσανατολισμό» προς τη συσσωρευμένη γνώση ως ένα πεδίο έτοιμων και αναλώσιμων ιδεών.  Το συγκεκριμένο άτομο αποδέχεται και εσωτερικεύει τις κυρίαρχες αντιλήψεις και προσεγγίσεις που βιώνονται ως κάτι το αυτονόητο και το φυσιολογικό. Η άλλη διάσταση του ενατενιστικού προσανατολισμού του αντικειμενισμού εκφράζεται μέσα από την χαρακτηριστική για τον υποκειμενισμό  αρπακτική, εκμεταλλευτική σχέση προς τη γνώση. «Οι άνθρωποι αυτοί έχουν την τάση να μην παράγουν ιδέες, αλλά να τις κλέβουν. Αυτό μπορεί να γίνεται άμεσα με τη μορφή  της λογοκλοπής ή πιο περίτεχνα, επαναλαμβάνοντας με διαφορετική φρασεολογία τις ιδέες των άλλων και επιμένοντας πως είναι δικές τους…Η απουσία πρωτότυπων ιδεών ή ανεξάρτητης παραγωγής στους οπωσδήποτε προικισμένους ανθρώπους εξηγείται συχνά από το χαρακτήρα προσανατολισμού, και όχι τόσο από  μια εσωτερική έλλειψη πρωτοτυπίας » (Φρομ, 1974, 109).

Σ’ αυτή την περίπτωση άγουσα ανάγκη της προσωπικότητας είναι η ατομική ανάδειξη, η επιβολή επάνω στους ανταγωνιστές, η ανάβαση στην επιστημονική και κοινωνική ιεραρχία, η κυριαρχία της «ημέτερης» ομάδας   που μετατρέπονται σε κυρίαρχο ελατήριο της  συμπεριφοράς του επιστήμονα  με αποτέλεσμα να αποδιοργανώνεται η ικανότητα  νηφάλιας διερεύνησης  των «πραγμάτων καθαυτών». Η αναζήτηση  της ενδότερης λογικής ανάπτυξης του αντικειμένου προϋποθέτει την δυνατότητα  του υποκειμένου της γνώσης να υπερβαίνει τον εγωκεντρισμό, την αυταρέσκεια και  την ατομική έπαρση.

Η κονφορμιστική υποταγή του επιστήμονα στους κυρίαρχους μηχανισμούς της εξουσίας με στόχο την ανάδειξη,  την αναγνώριση και την  αποδοχή από την επίσημη κοινωνία  αποπροσανατολίζει  την επιστημονική έρευνα. Η κυριαρχία των εξωτερικών κινήτρων επάνω στα εσωτερικά υπονομεύουν την επιστημονική  έρευνα και την υποτάσσουν σε εξωτερικές- σε σχέση με την επιστήμη - τρέχουσες συγκυρίες. Έτσι, η διάθεση του επιστήμονα για εντυπωσιασμό και αναγνώριση αρχίζει να εκτοπίζει την ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας.

Ο τέταρτος τύπος προσωπικότητας χαρακτηρίζει τον επιστήμονα που με συνειδητό τρόπο στρατεύεται προς όφελος της προοδευτικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Η εν λόγω ομάδα επιστημόνων ανατρέπουν το θετικιστικό πρότυπο της «καθαρής», αποιδεολογικοποιημένης επιστήμης και προσανατολίζουν την δραστηριότητά της στην σύνδεση της παραγωγής νέας γνώσης με  τις τάσεις κοινωνικής ανάπτυξης (αναλυτικά, βλ. Δαφέρμος, 2001).

Η αντικονφορμιστική, αγωνιστική στάση ζωής, η κριτική αντιμετώπιση της κοινωνικής πραγματικότητας   υπό το πρίσμα του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού της, το αγωνιστικό ήθος δημιουργούν ευρύτατο φάσμα γνωστικών δυνατοτήτων για την πραγματοποίηση θεμελιωδών κοινωνικών ερευνών και την ανάλυση των νομοτελειών  κοινωνικής ανάπτυξης. Όμως, η συνειδητοποίηση της κοινωνικής του ευθύνης δεν οδηγεί αυτόματα και με μηχανιστικό τρόπο τον  επιστήμονα στην παραγωγή νέας γνώσης.  Απαραίτητη προϋπόθεση για την θεμελιώδη ανάπτυξη της επιστήμης είναι η συστηματική  μεθοδολογική εκτίμηση της  κεκτημένης γνώσης, ο ριζικός μετασχηματισμός της μέσα από το πρίσμα των  συσσωρευμένων εμπειρικών δεδομένων και των νέων κοινωνικών αναγκών.

 

 

Ομάδες επιστημόνων και δημιουργικότητα

Μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις του προβλήματος της δημιουργικότητας στην επιστήμη που άρχισε να αναδεικνύεται  κυρίως κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα συνίσταται στην μετατροπή των ερευνητικών ομάδων (οργανώσεων, ινστιτούτων, κλπ.) σε υποκείμενα παραγωγής της νέας γνώσης. Οι δεσμοί, οι σχέσεις των μελών μιας ομάδας μπορούν να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν  την παραγωγικότητας και την δημιουργικότητα της επιστημονικής εργασίας των μελών τους (Δαφέρμος, 1995).

Στη σφαίρα της Ψυχολογίας της δημιουργικότητας έχουν επεξεργαστεί συγκεκριμένες τεχνικές ενθάρρυνσης της παραγωγής νέων ιδεών όπως αυτή της ιδεοθύελλας (brainstorming -διαχωρισμός των διαδικασιών παραγωγής και κριτικής εκτίμησης των ιδεών), της συνεκτικής (σύνδεση φαινομενικά άσχετων στοιχείων, ασυνήθιστες αναλογίες και μεταφορές, κλπ.), κλπ. Όμως, οι τεχνικές υποστήριξης της δημιουργικής αναζήτησης δεν μπορούν να εξετάζονται ως πανάκεια, ούτε δίχως να παίρνεται υπ’ όψιν   ο χαρακτήρας των διαπροσωπικών και επιστημονικών σχέσεων που διαμορφώνονται  στα πλαίσια της ομάδας και η  «φύση» του υπό διερεύνηση προβλήματος. 

Η ερευνητική ομάδα δεν αποτελεί κάποιο στατικό, πλήρως ομοιογενές σύστημα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένου καταμερισμού  εργασίας  και εναλλαγής   ρόλων μεταξύ των μελών της, καθώς και την ύπαρξη ενός ευέλικτου μηχανισμού αμοιβαίας υποστήριξης και αμοιβαίου ελέγχου κατά την διαδικασία επίλυσης κάποιου συγκεκριμένου προβλήματος (Ponomariov, 1990).

Η σχετική απόκλιση των ενδιαφερόντων μιας ομάδας (οργάνωσης, κλπ.) και των ενδιαφερόντων των μελών της και η ελεγχόμενη ένταση που παρουσιάζεται στις σχέσεις τους ως ένα βαθμό μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη  του δημιουργικού δυναμικού τους. Η ελευθερία του επιστήμονα στον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων και των κατευθύνσεων έρευνας αποτελεί αναγκαίο χώρο για την ανάπτυξη της δημιουργικότητάς του.

 Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι ερευνητές εκείνοι που έχουν ισχυρά εσωτερικά κίνητρα στην επιστημονική εργασία τους, συχνά,  αναπτύσσουν συγκρουσιακές σχέσεις με τους συναδέλφους τους στο χώρο εργασίας (Yurevitsch, 2001). Η πολυμορφία ενδιαφερόντων και οι ενδοεπιστημονικές διαφωνίες  των μελών μιας ομάδας, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να γίνουν κίνητρο ανάπτυξης των ξεχωριστών ατόμων και της ομάδας ως συνόλου, διότι τροφοδοτεί συζητήσεις, εναλλακτικές προσεγγίσεις και συνεχή δοκιμασία των επιχειρημάτων των διαφορετικών πλευρών. Όμως, η μεταφορά των επιστημονικών διαφωνιών στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων και η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στις συγκρουόμενες πλευρές  μπορεί να μετατραπεί σε αποδιοργανωτικό παράγοντα της ομάδας.  Η επιβολή μιας τυπικής, εξωτερικής πειθαρχίας και η προσπάθεια διευθέτησης των επιστημονικών διαφορών με διοικητικά, κατασταλτικά  μέσα μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά για την ανάπτυξη  πρωτότυπων προσεγγίσεων, οι οποίες ξεφεύγουν από τα πλαίσια των παραδοσιακών, κατεστημένων αντιλήψεων. Η επιστημονική αλήθεια, κατά κανόνα, εμφανίζεται ως αίρεση και η ομάδα ή η οργάνωση που δεν διακρίνεται από μια σχετική ανεκτικότητα απέναντι στην διαφορετικότητα απόψεων, προσεγγίσεων, οπτικών γωνιών θέασης κινδυνεύει να μετατραπεί σε συντηρητικό, κλειστό, αυτοαναπαραγώμενο σύστημα σχέσεων. 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, συχνά, οι δημιουργικοί επιστήμονες λειτουργούν ως «αποδιοπομπαίοι τράγοι» ή «αυτσάϊντερ»  της ομάδας. Το αποτέλεσμα είναι ότι αρκετοί δημιουργικοί επιστήμονες πληρώνουν ως «αντίτιμο» για τις επιστημονικές και κοινωνικές τους επιλογές τον περιορισμό τους σε χαμηλότερες θέσεις στην επιστημονική και κοινωνική ιεραρχία και την περιθωριοποίησή τους (Yurevitsch, 2001), (Trocchio, 1999).

Ανακεφαλαιώνοντας, διαπιστώνουμε ότι η δημιουργικότητα μπορεί να εξεταστεί ως μορφή διαλεκτικής υπέρβασης των εσωτερικών αντιθέσεων της διαδικασίας παραγωγής νέας γνώσης. Η δημιουργικότητα στη σφαίρα της επιστήμης αποτελεί ένα σύνθετο, πολυεπίπεδο πρόβλημα η διαπραγμάτευση του οποίου προϋποθέτει την διερεύνηση  του τρόπου διάθλασης της δομής της κοινωνίας στην διαμόρφωση του υποκειμένου, του αντικειμένου και της εσωτερικής διάρθρωσης της επιστημονικής δραστηριότητας.

Βιβλιογραφία

Allaxverdian, A.& Moshova, G.& Jourevish, A.& Jaroshevski, M. (1998). Ψυχολογία της επιστήμης. Mόσχα: Flinta.

Asmolov, A. (1990). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Μόσχα: MGU.

Broglie, Louis (1962). Στα μονοπάτια της επιστήμης. Μόσχα: Inostranaja Literatura.

Volkov, G. (1968). Κοινωνιολογία της επιστήμης. Μόσχα: Izd.Polit.Literatura.

Βαζιούλιν, В.А. (1985). Λογική της Ιστορίας. Μόσχα: Misl.

Βαζιούλιν, В.А. (1985). Η διάνοια και ο λόγος στην ανάπτυξη της γνώσης. Στο βιβλ.  

М.Ν.Аlekseiev  &А.М. Кorshunov (eds) Η διαλεκτική της γνωστικής διαδικασίας (σ.173 – 197). Μόσχα: MGU.

Βυγκότσκι, Λ.  (1997).  Νους στην κοινωνία: η ανάπτυξη των ανώτερων ψυχολογικών διαδικασιών.  Αθήνα: Gutenberg.

Vazulin, V. (1988). Η Λογική της Ιστορίας. Αθήνα: Misl.

Volkov,  G.(1968). Κοινωνιολογία της επιστήμης. Μ.: Politliteratura.

Guilford, J. (1950). Creativity. It’s measurement and development.  American Psychologist, 5 pp.444-445.  

Γκαίτε  (1988). Συζητήσεις με τον Ekkerman. Erevan: Aiastan.

Galperin, P. (1999). Εισαγωγή στην Ψυχολογία. Μόσχα: Universitet – Fenix.

Gorman, M. (1996). Psychology of science, in W.Donohue& R. Kitchener (eds) The Philosophy of Psychology (pp.50 –65). London: SAGE Publication.

Δήμα, Α. (2002). Ιδιοφυΐες με ειδικές ανάγκες. Βήμαgazino, 1-9,  αρ.99.

Δημόκριτος, Διόδωρος I 8.7 (DK 68 B III-VI.5).

Δαφέρμος, Μ. (1995). Το πρόβλημα της αλληλεπίδρασης επιστήμης και ηθικής. Μόσχα: MGU.

Δαφέρμος, Μ. (2001). Διανόηση: η περίπτωση των ρώσων επαναστατών -  δημοκρατών  της δεκαετίας του 1860, ΟΥΤΟΠΙΑ, N.50, σ.123 – 146.

Δαφέρμος, Μ. (2002). Η πολιτισμική-ιστορική θεωρία του L.Vygotsky. Φιλοσοφικές, ψυχολογικές, παιδαγωγικές διαστάσεις. Αθήνα: Ατραπός.

Ζακάρ, Α. (1999). Παγίδες και απειλές της επιστήμης. Αθήνα: Δρομέας.

Ιλιένκοφ, Ε.(1976). Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό. Αθήνα: Οδυσσέας.

Ilin, E. (2001). Ψυχοφυσιολογία των ατομικών διαφορών. Sankt Peterburg: Piter.

Kandel, E.&Schwartz, J. &Jessel, Th. (1999). Νευροεπιστήμη και συμπεριφορά. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Kitchener,  R. (1996). Genetic Epistemology and Cognitive Psychology of Science, in W.Donohue& R. Kitchener (eds) The Philosophy of Psychology (pp.66 –77). London: SAGE Publication.

Klauzewitz, Κ. (1991). Περί πολέμου. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Lewontin, R. (2002). Δεν είναι απαραίτητα έτσι. Αθήνα: Κάτοπτρο.

Λούρια, Α. (1999). Η λειτουργία του εγκεφάλου. Εισαγωγή στην Νευροψυχολογία. Αθήνα:

Καστανιώτη. 

Μαρξ, Κ. (1978). Το Κεφάλαιο ( τ.3). Αθήνα: Σύγχρονη εποχή.

Mayer, R. (1983). Thinking, problem solving, cognition. New York: W.H. Freeman and Company.

Maslow, A. (2002). Toward a Psychology of being. Religious, values and Peak Experiences. Moscow: Escimo Press.   

Μάτσα, Κ. (2002). Τα «ψυχολογικά εργαλεία» ως διαμεσολαβητής του πολιτισμού στον ανθρώπινο ψυχισμό, ΟΥΤΟΠΙΑ, Ν. 50, σ.63-77.

Mey,  R.(2001).  Το θάρρος να δημιουργείς. Μόσχα:  Psychologiavera.

Boden, M. (1994). Agents & creativity.  Communication of the Association for Computer Machinery. University of Sussex. 

Ξανθάκου, Γ. (1998). Η δημιουργικότητα στο σχολείο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ξανθάκου, Γ. Καίλα, Μ.(2002). Το δημιουργικής επίλυσης πρόβλημα. Αθήνα: Ατραπός.

Πασσάκου, Κ. (1977). Η δημιουργική σκέψη εις την εφηβείαν. Αθήνα.

Πατέλης, Μ.(1991). Φιλοσοφικο-μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης. Μόσχα.

Πατέλης, Δ. (1995). Δημιουργικότητα. Στο  Φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό λεξικό (τ.β’, σ.22). Αθήνα: Καπόπουλος.

Πατέλης, Δ. (2000). Φιλοσοφία της Επιστήμης. Ζητήματα λογικής, θεωρίας, μεθοδολογίας και

κοινωνιολογίας  της γνώσης και της επιστήμης, Χανιά: Πολυτεχνείο Κρήτης,  Πανεπιστημιακές Σημειώσεις. 

Πατέλης, Δ. (2002). Η παιδεία ως συνιστώσα της δομής και της ιστορίας της κοινωνίας. Εκπαίδευση και αξιολόγηση, στο Χ.Κάτσικας, Γ.Καββαδίας (επιμ.) Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση. Ποιος, ποιον, γιατί (σ.53 – 98). Αθήνα: Σαββάλας.

Παυλίδης, Π. (2002). Ανθρώπινη φύση, κοινωνική εργασία, παιδαγωγία: οι βιολογικοί και κοινωνικοί συντελεστές   της  προσωπικότητας, Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ.123, σ.65 – 80.

Pavlov,  I. (1999). Εγκέφαλος και ψυχισμός. Μόσχα – Βορόνεζ.

Πιαζέ,  Ζ. (1972). Επιστημολογία των επιστημών του ανθρώπου. Αθήνα: Ράππα.

Poincare, Α. (1990). Για την επιστήμη. Μόσχα: Nauka.

Ponomariov, J. (1990). Ψυχολογία της δημιουργικότητας. Μόσχα: Nauka.

Πουρκός, Μ. (1997). Ο ρόλος του πλαισίου στην ανθρώπινη επικοινωνία, την εκπαίδευση και την κοινωνικο-ηθική μάθηση. Αθήνα: Gutenberg.

Yurevitsch, Α. (2001). Κοινωνική Ψυχολογία της επιστήμης. Μόσχα.

Σαββάκη, Ε. (1989). Οι παράλληλοι εαυτοί μας και το βουβό δεξί ημισφαίριο. Ηράκλειο:Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Stenberg, R. (1995). Styles of thought. VI European Congress of Psychology, Abstracts, July 2 – 7 Athens, Ellinika Grammata. 

Suhotin, A.(1991). Οι αναποδιές των επιστημονικών ιδεών. Μόσχα: Molodaja Gvardia.

Shipman, P. (1998). Η εξέλιξη του ρατσισμού. Αθήνα: Νέα Σύνορα – Α.Α.Λιβάνη.

Teplov, B. (1961). Το πρόβλημα των ατομικών διαφορών. Μόσχα: Akademia pedagogisheskih nauk.

Trocchio, Federico (1999). Αλλοπαρμένες μεγαλοφυΐες. Αθήνα: Π.Τραυλός. 

Φρομ, Ε. (1974). Ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Αθήνα: Μπουκουμάνη.

Fichte, J. (1993). Werke. SANKT PETERSBURG. MCMXCIII: MITRIL

Hadamard, J. (1995). Η ψυχολογία της επινόησης στα μαθηματικά. Αθήνα: Κάτοπτρο.

Holton, G. (1998). The scientific Imagination. Cambridge, Massachusetts, London: Harvard University Press.

Jung, K. (1991). Αρχέτυπα και σύμβολα. Μόσχα: Renaissance.

 



[1] Ο Μ.Δαφέρμος είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας (Ph.D.), διδάσκων στο τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. 

[2] Ο Α.Maslow διέκρινε ως γνωστόν τα παρακάτω είδη αναγκών: α)φυσιολογικές ανάγκες, β)ανάγκη για ασφάλεια και υποστήριξη από απειλές, γ)ανάγκη για επικοινωνία  και αγάπη,  δ)ανάγκη αναγνώρισης και σεβασμού, ε)ανάγκη για αυτοπραγμάτωση. Σε αντιστοιχία με την ίδια προσέγγιση η ικανοποίηση της ανάγκης του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση και δημιουργικότητα ικανοποιείται σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σχέση με τις προηγούμενες βαθμίδες αναγκών (Maslow, 2002). Μια από τις σημαντικότερες μεθοδολογικές αδυναμίες της θεωρίας του Α.Maslow συνίσταται στο ότι οι προαναφερόμενες βασικές ανάγκες παρουσιάζονται να έχουν  έμφυτο χαρακτήρα και καθαρά φυσική προέλευση. Η εν λόγω νατουραλιστική ερμηνεία οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση των αναγκών, στην απόκρυψη του συγκρουσιακού χαρακτήρα της αναζήτησης μέσων ικανοποίησης των ατομικών και κοινωνικών αναγκών στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και στην  αποιστορικοποίησή τους (στην υποτίμηση του γεγονότος ότι οι ανθρώπινες ανάγκες αποτελούν προϊόν της διαδικασίας ιστορικής ανάπτυξης).  Πέραν τούτου, παρά τις όποιες αγαθές προθέσεις η εμμονή των εκπροσώπων της Ανθρωπιστικής Ψυχολογίας στην προβολή ενός αφηρημένου και εξωιστορικού υποκειμένου οδηγεί στον εγκλωβισμό της Ψυχολογίας σε αναζήτηση ατομικών λύσεων και καλύτερη διαχείριση των «ανθρώπινων πόρων» δίχως αμφισβήτηση των κοινωνικών δομών (Μάτσα, 2002, σ.70).

 

[3] Οι σοβιετικοί ψυχολόγοι έχουν εξαιρετικά πραγματοποιήσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες έρευνες σ’ αυτό τον τομέα. Η έρευνα του B.Teplov για τις μουσικές ικανότητες αποτελεί μια από τις πιο γόνιμες προσεγγίσεις του προβλήματος της δημιουργικότητας στην τέχνη (Teplov, 1961).

1